Πώληση ή καταστροφή παγίου και ΦΠΑ

Οφείλει μία επιχείρηση που πουλά ή καταστρέφει πάγιο εξοπλισμό να επιστρέψει το ΦΠΑ που εξέπεσε κατά την αγορά του στο δημόσιο; Υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί η επιχείρηση να απαλλαχθεί από την υποχρέωση αυτή;

Οι επιχειρήσεις κατά την απόκτηση επενδυτικών αγαθών έχουν δικαίωμα να εκπέσουν το ΦΠΑ απόκτησής τους από το ΦΠΑ των εκροών τους κατά το μέρος που χρησιμοποιούν τα επενδυτικά αγαθά για την πραγματοποίηση πράξεων φορολογητέων ή απαλλασσόμενων με δικαίωμα έκπτωσης.

 

Ως αγαθά επένδυσης θεωρούνται τα ενσώματα αγαθά, που ανήκουν κατά κυριότητα στην επιχείρηση και τίθενται από αυτή σε διαρκή εκμετάλλευση, καθώς και τα κτίσματα ή άλλου είδους κατασκευές που κατασκευάζονται από την υποκείμενη στο φόρο επιχείρηση σε ακίνητο που δεν ανήκει κατά κυριότητα σε αυτήν, αλλά έχει, βάσει οποιασδήποτε έννομης σχέσης, τη χρήση του ακινήτου αυτού, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον εννέα χρόνων (Αρ. Πρωτ: Δ14Α 1083851 ΕΞ 2013).

 

Τι συμβαίνει όμως στην περίπτωση που η επιχείρηση τελικά δεν χρησιμοποιήσει το πάγιο (αδράνεια), το πουλήσει, το καταστρέψει ή της το κλέψουν;

 

Όλες οι ανωτέρω περιπτώσεις αρχικά θεωρούνται, για σκοπούς ΦΠΑ, αφορολόγητες εκτός της περίπτωσης της πώλησης του παγίου με ΦΠΑ. Στην περίπτωση της πώλησης, επομένως, δεν τίθεται θέμα μη εκπεσιμότητας του ΦΠΑ αγοράς του παγίου. Στις λοιπές περιπτώσεις όμως, η επιχείρηση οφείλει να διακανονίσει το ΦΠΑ που εξέπεσε κατά την αγορά, και να επιστρέψει ολόκληρο το ποσό ή ένα μέρος αυτού στο Δημόσιο, με ορισμένες εξαιρέσεις.

 

Η έκπτωση του φόρου που ενεργήθηκε κατά την αγορά επενδυτικών αγαθών υπόκειται σε πενταετή διακανονισμό με αφετηρία το έτος χρησιμοποίησης τους (Άρθρο 33, παρ.2, Ν.2859/2000). Εάν εντός της περιόδου διακανονισμού δεν έχει γίνει έναρξη της χρησιμοποίησης αυτών, θεωρείται ότι διατέθηκαν αποκλειστικά και μόνο σε αφορολόγητες πράξεις και ενεργείται εφάπαξ διακανονισμός με την δήλωση ΦΠΑ που υποβάλλεται το αργότερο μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του τέταρτου μήνα από το τέλος της διαχειριστικής περιόδου (Άρθρο 33, παρ.1 και 3, Ν.2859/2000).

 

Έστω, για παράδειγμα, ότι μία επιχείρηση που έχει αγοράσει ένα μηχάνημα παραγωγής το έτος 2016, λόγω χαμηλής ζήτησης, τελικά αφήνει σε αδράνεια το μηχάνημα. Με την Δήλωση ΦΠΑ 03/2021 η επιχείρηση οφείλει να επιστρέψει ολόκληρο το ποσό ΦΠΑ που εξέπεσε κατά την αγορά του μηχανήματος το 2016.

 

Στην περίπτωση, όμως που η ίδια επιχείρηση, έθετε σε λειτουργία το μηχάνημα εντός του έτους 2017, τότε η περίοδος διακανονισμού θα ήταν τα έτη 2017-2021. Έστω, τώρα, ότι το 2018 η επιχείρηση διακόπτει τη λειτουργία του μηχανήματος για τα εναπομείναντα έτη, τότε με τη Δήλωση 03/2022 θα πρέπει να επιστρέψει στο Δημόσιο τα 4/5 του ΦΠΑ που εξέπεσε κατά την αγορά το 2016.

 

Από το άρθρο 33, παρ.3 α περίπτωση ββ, προκύπτει ότι σε περίπτωση οριστικής παύσης της χρησιμοποίησης επενδυτικών αγαθών σε φορολογητέες πράξεις, κατά τη διάρκεια πενταετίας, ενεργείται εφάπαξ διακανονισμός μέσα στο ίδιο έτος και τα αγαθά αυτά θεωρούνται, για τα έτη που απομένουν, ότι χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά και μόνο σε φορολογητέες δραστηριότητες, εφόσον πρόκειται για καταστροφή, απώλεια ή κλοπή, που αποδεικνύονται ή δικαιολογούνται με νόμιμα παραστατικά.

 

Αν επιστρέψουμε στη δεύτερη περίπτωση του ανωτέρω παραδείγματος, και θεωρήσουμε ότι το 2018 το μηχάνημα καταστράφηκε, τότε η επιχείρηση δεν οφείλει να επιστρέψει το ΦΠΑ που εξέπεσε κατά την αγορά, μόνο στην περίπτωση που η καταστροφή μπορεί να αποδειχθεί ή να δικαιολογηθεί με νόμιμα παραστατικά (πχ. Πρωτόκολλο Καταστροφής, Πρακτικό Δ.Σ., Πιστοποιητικό από Εταιρεία Ανακύκλωσης, κλπ.). Σε κάθε άλλη περίπτωση, θα πρέπει με τη Δήλωση του μηνός που πραγματοποιήθηκε η καταστροφή να επιστρέψει  στο Δημόσιο τα 4/5 του ΦΠΑ που εξέπεσε κατά την αγορά το 2016.

 

Tax Department
Saas Consulting Ltd

© 2019 by Analog Group

  • Black Facebook Icon
  • Black LinkedIn Icon